Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ!!!

Με απόφασή της η ΕΠ.Ε.Ι.Α. προχωρά στην πρόληψη ενάντια στη χρήση του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες για τη πιθανή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα.

Η απόφαση αφορά:
1.  Τις Ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιρειών στην Ελλάδα και επίσης,
2. Τους ανεξάρτητους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές εφόσον δραστηριοποιούνται στην χώρα μας.

«Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας».

Άρθρο 1
Πεδίο Εφαρμογής
1. Η απόφαση από κοινού με τα Παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ αυτής (εφεξής «Απόφαση») αποσκοπεί στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας κατά την εν Ελλάδι: α) άσκηση ασφαλίσεων ζωής, β) διαμεσολάβηση επ’ αυτής και γ) παροχή υπηρεσιών σχετιζομένων με τις επενδύσεις, όπως ενδεικτικά υπηρεσιών διάθεσης στην ελληνική αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων οριζόμενων σύμφωνα με το αρθρ. 5 Ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α’ 195), είτε από ελληνικές, είτε από αλλοδαπές εταιρίες (εφεξής οι «Υπηρεσίες»). Εξαιρείται η άσκηση ασφαλίσεων ζωής για τον κλάδο IV (ατύχημα, ασθένεια) του άρθρου 13 παρ. 2 νομοθετικού διατάγματος 400/1970.
2. Η Απόφαση αφορά: α) τις ελληνικές ασφαλιστικές εταιρίες και τα εν Ελλάδι υποκαταστήματα αλλοδαπών ασφαλιστικών εταριών, των κοινοτικών συμπεριλαμβανομένων, β) τους ανεξάρτητους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές του αρθρ. 2 παρ. 5 Π.Δ. 190/2006 (ΦΕΚ Α’ 196), εφόσον δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. (εφεξής οι «Εταιρίες»).
3. Η Απόφαση αφορά επίσης τα διευθυντικά στελέχη, τους υπαλλήλους, τους κατά την έννοια του αρθρ. 2 παρ. 7 Π.Δ. 190/2006 (ΦΕΚ Α’ 196) συνδεδεμένους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ως και εν γένει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που παρέχει Υπηρεσίες για λογαριασμό των Εταιριών.
4. Οι ασφαλιστικές εταιρίες ευθύνονται πλήρως για τη συμπεριφορά των υπαλλήλων, των συνδεδεμένων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών τους. Οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές ευθύνονται πλήρως για τη συμπεριφορά των υπαλλήλων τους.
Άρθρο 2
Ορισμοί
1. Ως «πελάτης» νοείται: α) ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος της Εταιρίας), β) ο υπέρ ου η ασφάλιση αρχικώς ή μεταγενεστέρως κατονομασθείς στο ασφαλιστήριο τρίτος, κατά την έννοια των αρθρ. 1 παρ. 1, 9 και 27 παρ. 4 Ν. 2496/1997 (ΦΕΚ Α 87)΄ (ασφαλισμένος), όπως ισχύει, γ) ο δικαιούχος του ασφαλίσματος κατά την έννοια του αρθρ. 28 παρ. 3 και 4 Ν. 2496/1997 (ΦΕΚ Α’ 87), εφόσον πρόκειται για πρόσωπο διαφορετικό από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο (ασφαλίσεις για τον κίνδυνο θανάτου τρίτου), δ) ο λήπτης της υπηρεσίας που σχετίζεται με επένδυση ή ο εν γένει πραγματοποιών την επένδυση.
2. Ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ελέγχουν τον πελάτη, ή το φυσικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου συνάπτεται η επιχειρηματική σχέση. Ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται τουλάχιστον:
(α) όσον αφορά τις εταιρίες:
(i)     το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ελέγχουν το νομικό πρόσωπο, κατέχοντας, αμέσως ή εμμέσως, ή ελέγχοντας επαρκές ποσοστό των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου του εν λόγω νομικού προσώπου, μεταξύ άλλων μέσω μετοχών στον κομιστή, εκτός από εταιρία που έχει νόμιμα εισαχθεί σε οργανωμένη αγορά χώρας, η οποία έχει ενσωματώσει στο εθνικό της δίκαιο τις απαιτήσεις γνωστοποίησης σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία ή σε τρίτη χώρα στην οποία εφαρμόζονται ισότιμα διεθνή πρότυπα· ποσοστό ύψους 25% συν μία μετοχή θεωρείται ότι πληροί το κριτήριο αυτό,
(ii)      το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ασκούν κατ’ άλλο τρόπο έλεγχο στη διαχείριση νομικού προσώπου·
(β) όσον αφορά νομικά πρόσωπα και καταπιστεύματα που διαχειρίζονται ή διανέμουν κεφάλαια:
(i)       όταν οι μελλοντικοί δικαιούχοι έχουν προσδιορισθεί ήδη, το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που δικαιούνται το 25% ή περισσότερο των περιουσιακών στοιχείων νομικού προσώπου ή καταπιστεύματος,
(ii)   όταν τα άτομα που αποτελούν δικαιούχους του νομικού προσώπου ή καταπιστεύματος δεν έχουν προσδιορισθεί ακόμη, η κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον της οποίας έχει κυρίως συσταθεί ή δραστηριοποιείται το νομικό πρόσωπο ή το καταπίστευμα,
(iii)    το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο στο 25% ή περισσότερο των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου ή καταπιστεύματος,
3. Ως «πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα» νοούνται: α) τα φυσικά πρόσωπα, στα οποία έχει ή είχε ανατεθεί σημαντικό δημόσιο λειτούργημα, ήτοι οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, οι υπουργοί, υφυπουργοί, γενικοί και ειδικοί γραμματείς υπουργείων, τα μέλη κοινοβουλίων, τα μέλη ανώτατων δικαστηρίων αρμόδιων για την έκδοση αμετάκλητων αποφάσεων, οι πρεσβευτές, οι ακόλουθοι, οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και τα μέλη διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων ανεξάρτητων αρχών, ν.π.δ.δ. ή δημόσιων οργανισμών κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου της παρ. 9 του αρθρ. 1 του π.δ. 60/2007 (ΦΕΚ Α’ 64),β) οι άμεσοι στενοί συγγενείς αυτών, ήτοι ο (η) σύζυγος, ο (η) σε ελεύθερη ένωση συγκατοικών(ούσα) σύντροφος, οι γονείς, τα παιδιά και οι σύζυγοι τους ή οι σε ελεύθερη ένωση με αυτά συγκατοικούντες σύντροφοί τους, και γ) τα πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες των προσώπων αυτών. Στα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα δεν περιλαμβάνονται τα πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα. Στα πρόσωπα αυτά εφαρμόζονται μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας.
4. Ως «επιχειρηματική σχέση» νοείται η επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική σχέση, η οποία συνδέεται με τις υπηρεσίες των Εταιριών, περιλαμβανομένης ιδίως της παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών, υπηρεσιών σχετιζόμενων με επενδύσεις και υπηρεσιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και η οποία αναμενόταν κατά το χρόνο σύναψής της να έχει κάποια διάρκεια.
5. Ως «συναλλαγή» νοείται οιαδήποτε πράξη διενεργείται στα πλαίσια της επιχειρηματικής σχέσης, ενδεικτικά η σύναψη νέας ασφάλισης, η εξαγορά συμβολαίου, το δάνειο επί ασφαλιστηρίου, η πώληση αμοιβαίου κεφαλαίου, η καταβολή ασφαλίστρου κ.λπ.
6. Ως «υπηρεσία σχετιζόμενη με επενδύσεις» νοείται κάθε υπηρεσία η οποία παρέχεται από ασφαλιστική επιχείρηση ζωής ή από ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, και η οποία συνίσταται στην οιαδήποτε είδους αρωγή ή υποστήριξη επενδυτικής υπηρεσίας, κύριας ή παρεπόμενης, σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό του αρθρ. 4 Ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α’ 195). Ρητά ορίζεται ως υπηρεσία σχετιζόμενη με επενδύσεις η διανομή, εξαγορά ή μεταφορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατ’ αρθρ. 5 Ν. 3606/2004 (ΦΕΚ Α΄ 195) και ιδιαίτερα μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρθρ. 15 παρ. 4 Ν. 3283/2004 (ΦΕΚ Α΄210).
7. Ως «Εθνική Αρχή» νοείται η Επιτροπή του αρ. 7 Ν. 3691/2008.

Άρθρο 3
Υποχρέωση Δέουσας Επιμέλειας
Οι Εταιρίες εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε κάθε μία από τις παρακάτω περιπτώσεις:
(α)     πριν συνάψουν ή τροποποιήσουν επιχειρηματικές σχέσεις και πραγματοποιήσουν συναλλαγές, και ιδίως πριν καταρτίσουν ή τροποποιήσουν ασφαλιστική σύμβαση ή σύμβαση μεταξύ ασφαλιστικού διαμεσολαβητή και πελάτη ή πριν συμπληρώσουν αίτηση συμμετοχής σε επενδυτικό προϊόν,
(β)      για κάθε συναλλαγή αξίας άνω των δεκαπέντε χιλιάδων Ευρώ (€15,000),
(γ)      σε κάθε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια για απόπειρα ή διάπραξη αδικημάτων του άρθρου 2 Ν. 3691/2008, ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο ποσού,
(δ)   σε κάθε περίπτωση που υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια ή την καταλληλότητα των δεδομένων που έχουν συγκεντρωθεί στο παρελθόν για την πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη, άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων του πελάτη.
.Άρθρο 4
Μέτρα Συνήθους Δέουσας Επιμέλειας
1. Τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν τουλάχιστον:
(α)     την πιστοποίηση και τον έλεγχο της ταυτότητας του πελάτη και τουλάχιστον των στοιχείων που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι, βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή·
(β)     την πιστοποίηση, εφόσον συντρέχει περίπτωση, της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου και τη λήψη ευλόγων μέτρων αναλόγως του βαθμού κινδύνου για τον έλεγχο της ταυτότητάς του, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι Εταιρίες γνωρίζουν τον πραγματικό δικαιούχο όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα και τα καταπιστεύματα, τη λήψη ευλόγων μέτρων αναλόγως του βαθμού κινδύνου για να γίνει κατανοητή η διάρθρωση της κυριότητας και του ελέγχου του πελάτη·
(γ)     τη συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και τη σκοπούμενη φύση της επιχειρηματικής σχέσης ή σημαντικών συναλλαγών ή δραστηριοτήτων του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου
(δ)      την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής της σχέσης, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές που διενεργούνται συνάδουν με τις πληροφορίες που έχουν οι Εταιρίες σχετικά με τον πελάτη, την επιχειρηματική του δραστηριότητα, το προφίλ του κινδύνου, και εφόσον απαιτείται, σχετικά με την προέλευση των κεφαλαίων, καθώς και η διασφάλιση της τήρησης ενημερωμένων των εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών.
(ε)      στην περίπτωση όπου κατά τη διάρκεια της επιχειρηματικής σχέσης δημιουργηθούν αμφιβολίες στο υπόχρεο πρόσωπο για το αν οι συμβαλλόμενοι ή συναλλασσόμενοι ενεργούν για ίδιο λογαριασμό ή σε περίπτωση βεβαιότητας για το ότι δεν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό, τα υπόχρεα πρόσωπα λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα, προκειμένου να συλλέξουν πληροφορίες για την πραγματική ταυτότητα των προσώπων για λογαριασμό των οποίων αυτοί ενεργούν.
(στ)    την εξέταση με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγής ή δραστηριότητας η οποία από τη φύση της ή από τα στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο ή την ιδιότητα του συναλλασσομένου μπορεί να συνδεθεί με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Στις συναλλαγές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως οι πολύπλοκες ή ασυνήθιστα μεγάλες συναλλαγές και όλα τα ασυνήθιστα είδη συναλλαγών που πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό ή σαφή νόμιμο λόγο.
(ζ)   οι Εταιρίες συνεκτιμούν και το συνολικό χαρτοφυλάκιο το οποίο διατηρεί ο συναλλασσόμενος σε αυτά και ενδεχομένως σε άλλες εταιρίες του ομίλου στον οποίο ανήκουν, σύμφωνα με 4 του άρθρου 4 ν. 3691/2008 , προκειμένου να εξακριβώσουν τη συνάφεια και συμβατότητα της εξεταζόμενης συναλλαγής με το χαρτοφυλάκιο ή τα χαρτοφυλάκια αυτά.
2. Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας αφορούν όλους τους πελάτες, όταν αυτοί ενεργούν από κοινού την επιχειρηματική σχέση, ή είναι, ή καθίστανται συνδικαιούχοι του ασφαλίσματος, όπως συμβαίνει ενδεικτικά στην περίπτωση της δήλωσης κοινού λογαριασμού σύμφωνα με το αρθρ. 4 παρ. 7(α) κατωτέρω, προκειμένου για την πίστωση του ποσού εξαγοράς ή του ασφαλίσματος.
3. Οι Εταιρίες μπορούν να καθορίζουν ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου την έκταση των μέτρων δέουσας επιμέλειας και τη συχνότητα παρακολούθησης του κατά πόσον οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται συνάδουν με τις πληροφορίες που έχουν οι Εταιρίες για τον πελάτη. Ο βαθμός κινδύνου εξαρτάται ενδεικτικά από:
(α) το είδος του πελάτη,
(β) τον σκοπό και τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης με τον πελάτη,
(γ) τις παρεχόμενες ασφαλιστικές υπηρεσίες, και
(δ) την προέλευση των κεφαλαίων.
Οι Εταιρίες δύνανται να διαφοροποιούν τη σχετική πολιτική τους, πάντοτε εντός του προσδιοριζόμενου στο αρθρ. 3 (β) ορίου της παρούσης απόφασης, για ασφαλιστικούς κλάδους μειωμένης επικινδυνότητας, όπως οι κλάδοι Ι(3) και ΙV των ασφαλίσεων ζωής.
4. Οι Εταιρίες προβαίνουν στην κατάταξη των πελατών τους σε δύο (2) τουλάχιστον κατηγορίες κινδύνου βάσει κριτηρίων τα οποία αντανακλούν τις πιθανές αιτίες κινδύνων. Η κατάταξη αυτή γίνεται με έγγραφη ανάλυση κινδύνου ανά πελάτη.
5. Αν σε μία συναλλαγή ή σε σειρά συνδεόμενων συναλλαγών συμμετέχουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο δύο ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί ή άλλα υπόχρεα πρόσωπα, καθένας από αυτούς οφείλει να εφαρμόσει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας.
Οι Εταιρίες πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι η έκταση των μέτρων είναι ανάλογη με τους κινδύνους των αδικημάτων του άρθρου 2 ν. 3691/2008 που ενέχει κάθε επιχειρηματική σχέση και συναλλαγή, ότι εφαρμόζουν αυτά τα μέτρα με συνέπεια και αποτελεσματικότητα και ότι συμμορφώνονται με τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών.
6. Οι Εταιρίες αποθαρρύνονται από το να συνάπτουν τοντίνες και δε συνάπτουν ασφαλίσεις «για λογαριασμό όποιου ανήκει».
7. Οι Εταιρίες ενθαρρύνονται για τις πληρωμές που πραγματοποιούν προς τους πελάτες τους, να προκρίνουν ως πολιτική τους τα εξής:
(α) δήλωση εκ μέρους του πελάτη ενός τραπεζικού λογαριασμού στον οποίον θα πιστώνεται το ποσό εξαγοράς ή το ασφάλισμα
(β) πληρωμή του ποσού εξαγοράς ή του ασφαλίσματος στον ως άνω δηλωθέντα τραπεζικό λογαριασμό ή με δίγραμμη επιταγή
(γ) περιστολή της χρήσης των μετρητών και των επιταγών, πλην των διγράμμων, κατά την πληρωμή εξαγοράς και ασφαλισμάτων.
8. Οι Εταιρίες ενθαρρύνονται για τις εισπράξεις από τους πελάτες τους να προκρίνουν ως πολιτική τους τα εξής:
(α) είσπραξη των ασφαλίστρων μέσω του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα για καταβολές ποσών άνω των 2.000 Ευρώ
(β) ανεξαρτήτως καταβαλλόμενου ποσού, μη αποδοχή τίτλων (αξιογράφων) εκδοθέντων στον κομιστή ή εις διαταγήν και δι’ οπισθογραφήσεων μεταβιβασθέντων.
Άρθρο 5
Χρόνος Εφαρμογής Δέουσας επιμέλειας
1. Η πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου πραγματοποιείται πριν τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων και σε κάθε περίπτωση πριν από την έναρξη της ασφάλισης, την αλλαγή του δικαιούχου και κάθε εν γένει μεταβολή στα υποκείμενα της ασφαλιστικής σχέσης, η οποία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς θετική ενέργεια της ασφαλιστικής εταιρίας.
2. Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, ισχύουν τα εξής:
(α) αποκλειστικά για τις ασφαλίσεις ζωής (π.χ. ομαδική ασφάλιση), επιτρέπεται η πιστοποίηση της ταυτότητας του ασφαλισμένου ή/και του δικαιούχου του ασφαλίσματος και του πραγματικού δικαιούχου μετά τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης με τον αντισυμβαλλόμενο. Στην περίπτωση αυτή, η πιστοποίηση πραγματοποιείται το αργότερο κατά τον χρόνο, που ο δικαιούχος ή ο ασφαλισμένος εμφανίζεται στην Εταιρία και προτίθεται να προβεί σε συναλλαγή, όπως ενδεικτικά να εξαγοράσει το ασφαλιστήριο ή να ασκήσει δικαιώματα που πηγάζουν από αυτό. Για την εξακρίβωση στοιχείων από τον ασφαλισμένο ή/και τον πραγματικό δικαιούχο όταν το ασφάλισμα κατατίθεται σε κοινό ή ξεχωριστό λογαριασμό, στην τελευταία περίπτωση οι Εταιρίες θα προβαίνουν σε επαλήθευση των στοιχείων πριν την καταβολή του ασφαλίσματος.
(β) για το σύνολο των επιχειρηματικών σχέσεων, επιτρέπεται η πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου να ολοκληρώνεται αμέσως μετά τη σύναψη της σχέσης, εφόσον αυτό απαιτείται για να μη διακοπεί η ομαλή παροχή υπηρεσιών, και εφόσον ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εκτιμάται ότι είναι μικρός. Στις περιπτώσεις αυτές, η πιστοποίηση περατώνεται το συντομότερο δυνατόν και πάντως εντός 30 ημερών το αργότερο.
3. Οι Εταιρίες, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν μπορούν να συμμορφωθούν προς τις διαδικασίες της συνήθους δέουσας επιμέλειας οφείλουν να μην συνάψουν ή να διακόψουν την επιχειρηματική σχέση με τον πελάτη και να εξετάσουν την δυνατότητα υποβολής αναφοράς στον αρμόδιο φορέα για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
4. Οι Εταιρίες εφαρμόζουν τις διαδικασίες συνήθους δέουσας επιμέλειας και ως προς υφιστάμενους πελάτες σε περιοδική βάση ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου κάθε πελάτη καθώς και σε έκτακτη βάση την κατάλληλη χρονική στιγμή. Ενδεικτικά παραδείγματα κατάλληλης χρονικής στιγμής είναι:
(α) όταν ο πελάτης κάνει μία σημαντική για τα δεδομένα του συναλλαγή,
(β) όταν επέλθει μία ουσιαστική αλλαγή στα στοιχεία του πελάτη,
(γ) όταν αλλάξει ο τρόπος που κινείται ο λογαριασμός του πελάτη,
(δ) όταν η Εταιρία αντιληφθεί ότι λείπουν αρκετές πληροφορίες για έναν υφιστάμενο πελάτη.
Άρθρο 6
Απλουστευμένη Δέουσα Επιμέλεια ως προς τον πελάτη
1. Οι Εταιρίες μπορούν να μην τηρούν τις διαδικασίες συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, που προβλέπονται στο άρθρο 3 στοιχεία (α), (β) και (δ), στο άρθρο 4 και στο άρθρο 5 στις εξής περιπτώσεις:
(α) Όταν ο πελάτης είναι:
(αα) πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός που ευρίσκεται σε τρίτη χώρα η οποία επιβάλλει απαιτήσεις ισοδύναμες προς αυτές που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία και υπόκειται σε εποπτεία όσον αφορά τη συμμόρφωσή του προς τις απαιτήσεις αυτές,
(αβ) εταιρία της οποίας οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα που υπόκεινται σε απαιτήσεις διαφάνειας που είναι ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες από την κοινοτική νομοθεσία , κατά την έννοια του άρθρου 43 του ν. 3606/2007 (ΦΕΚ195 Α΄), ή της νομοθεσίας άλλου κράτους − μέλους, συμβατής με τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (L145/30.4.2004),
(αγ) εταιρίες που λειτουργούν ως οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄) και εταιρίες που λειτουργούν ως οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, εδρεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και διέπονται από διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους της έδρας τους που είναι συμβατές με τις διατάξεις της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (L 375/ 31.12.1985), όπως ισχύει,
(αδ) ελληνική δημόσια αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή επιχείρηση ή οργανισμός που ανήκει κατά 51% τουλάχιστον στο Δημόσιο,
(αε) δημόσιες αρχές ή δημόσιοι οργανισμοί οι οποίοι πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
i) τους έχει ανατεθεί δημόσιο λειτούργημα σύμφωνα
με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Συνθήκες για τις Κοινότητες ή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο,
ii) η ταυτότητά τους είναι δημοσίως γνωστή, διαφανής και καθορισμένη,
iii) οι δραστηριότητες και οι λογιστικές τους πρακτικές είναι διαφανείς,
iv) είτε είναι υπόλογοι σε κοινοτικό θεσμικό όργανο ή σε αρχές κράτους − μέλους είτε εφαρμόζονται κατάλληλες διαδικασίες που διασφαλίζουν την εποπτεία και τον έλεγχο της δραστηριότητάς τους.
(β) Όταν το τυχόν περιοδικά καταβαλλόμενο ασφάλιστρο υπολείπεται του ποσού των 1.000 Ευρώ ετησίως ή το εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλιστρο υπολείπεται του ποσού των 2.500 Ευρώ. Αν το ασφάλιστρο ή τα περιοδικά ασφάλιστρα που πρόκειται να καταβληθούν κατά τη διάρκεια ενός έτους αυξηθούν έτσι ώστε να υπερβούν το όριο των χιλίων (1.000) ευρώ, απαιτείται η επαλήθευση των στοιχείων της ταυτότητας του ασφαλισμένου
(γ) Στα προγράμματα συνταξιοδοτικής ασφάλισης που προσφέρουν συνταξιοδοτικές παροχές στους εργαζομένους, για τις οποίες οι εισφορές καταβάλλονται μέσω αφαίρεσης από τις αποδοχές και των οποίων οι όροι δεν επιτρέπουν τη μεταφορά των δικαιωμάτων των μελών,
δ) Στις συμβάσεις συνταξιοδοτικής ασφάλισης που συνάπτονται βάσει συμβάσεων εργασίας ή επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου, υπό τον όρο ότι οι συμβάσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν ρήτρα εξαγοράς ούτε μπορεί να χρησιμεύσουν ως εγγύηση δανείου,
2. Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, οι Εταιρίες συγκεντρώνουν, σε κάθε περίπτωση, επαρκείς πληροφορίες και διαπιστώνουν εγγράφως με αναφορά του αρμόδιου στελέχους ότι ο πελάτης μπορεί να εξαιρεθεί.
Άρθρο 7
Μη αξιόπιστες τρίτες χώρες
Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 40 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ, τα υπόχρεα πρόσωπα απαγορεύεται να εφαρμόζουν την απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια στα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 και του στοιχείου α΄ της παρ. 2 του άρθρου 17, τα οποία εδρεύουν στην τρίτη χώρα που αναφέρεται στην ως άνω απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Σημειώνεται ότι ο ανωτέρω κατάλογος υπόκειται σε συνεχείς αναθεωρήσεις υπό το πρίσμα νέων στοιχείων που προκύπτουν από τις εκάστοτε αξιολογήσεις των χωρών (τόσο αυτών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο όσο και άλλων) που πραγματοποιούνται από αρμόδιους Διεθνείς Οργανισμούς (Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης -FATF, ΔΝΤ, Διεθνής Τράπεζα) με βάση τις συστάσεις και την μεθοδολογία της FATF του 2003.
Δεδομένου ότι ο κατάλογος αυτός δεν είναι δεσμευτικός για τις Εταιρίες, οι τελευταίες δύνανται να εντάξουν στην κατηγορία των χωρών μειωμένου κινδύνου στα συστήματα επιμέτρησης του κινδύνου για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που διαθέτουν, το σύνολο είτε ορισμένες μόνον από τις χώρες του καταλόγου.
Στην ιστοσελίδα της ΕΠΕΙΑ θα αναρτώνται τυχόν ενημερώσεις του καταλόγου που γνωστοποιούνται στην εποπτική αρχή από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τις οποίες οι εποπτευόμενοι φορείς οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη.
Άρθρο 8
Αυξημένη Δέουσα Επιμέλεια ως προς τον πελάτη
1. Οι Εταιρίες εφαρμόζουν, ανάλογα με το βαθμό κινδύνου, αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, επιπλέον των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 4 της παρούσας, στις περιπτώσεις οι οποίες, λόγω της φύσης τους, μπορούν να παρουσιάσουν υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ενδεικτικά οι Εταιρίες εφαρμόζουν αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας σε ασυνήθιστα είδη συναλλαγών που πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό λόγο, στις περιπτώσεις που οι συναλλαγές που καταρτίζονται ενδέχεται να ευνοούν την ανωνυμία και στις ύποπτες συναλλαγές του Παραρτήματος ΙΙΙ της παρούσης, συνεκτιμώντας και εξετάζοντας το συνολικό χαρτοφυλάκιο του πελάτη, τον πραγματικό δικαιούχο, το προσώπο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης, των συγγενών, συζύγων, συντρόφων και στενών συνεργατών των ανωτέρω τουλάχιστον κατά τα τρία τελευταία έτη.
2. Σε κάθε περίπτωση οι Εταιρίες εφαρμόζουν αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας στις περιπτώσεις του άρθρου 9 της παρούσας.
Άρθρο 9
Συναλλαγές χωρίς τη φυσική παρουσία του πελάτη - Κίνδυνοι από νέα προϊόντα και τεχνολογίες
1. Όταν ο πελάτης δεν είναι παρών για να εξακριβωθεί η ταυτότητά του και δεν έχει μεσολαβήσει ανεξάρτητος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ο οποίος να έχει δηλώσει στην Εταιρία την σε αυτόν αυτοπρόσωπη παρουσία του εν λόγω πελάτη, οι Εταιρίες λαμβάνουν ειδικά και κατάλληλα μέτρα για αντιστάθμιση του υψηλότερου κινδύνου και τουλάχιστον προβαίνουν στην εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη με αποδεικτικά έγγραφα, δεδομένα και πληροφορίες επιπλέον των οριζομένων στο Παράρτημα Ι της παρούσης, όπως ενδεικτικά:
(α) ζητούν την προσκόμιση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων,
(β) λαμβάνουν συμπληρωματικά μέτρα για την εξακρίβωση ή πιστοποίηση των υποβληθέντων στοιχείων,
(γ) λαμβάνουν επιβεβαιωτική πιστοποίηση από δημόσια αρχή, πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό που λειτουργεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
(δ) διασφαλίζουν ότι η πρώτη πληρωμή, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής σχέσης, πραγματοποιείται μέσω λογαριασμού ο οποίος έχει ανοιχθεί στο όνομα του πελάτη και τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί σε χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
(ε) επαληθεύουν ότι η εταιρία ή ο οργανισμός κατ’ αρχήν λειτουργεί στην διεύθυνση των γραφείων διαχείρισης που έχει δηλωθεί.
2. Οι Εταιρίες εφαρμόζουν τα αυξημένα μέτρα του παρόντος άρθρου σε κάθε περίπτωση που συνάπτουν «ασφάλιση για λογαριασμό» σύμφωνα με τα οριζόμενα στα αρθρ. 9 και 27 παρ. 4 Ν. 2496/1997 (ΦΕΚ Α’ 87), όπως ισχύει, ή τοντίνα του Κλάδου V Ζωής του αρθρ. 13 ΝΔ 400/70 (ΦΕΚ Α’ 10), όπως ισχύει.
3. Τα υπόχρεα πρόσωπα εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε προϊόν ή συναλλαγή που ενδέχεται να ευνοήσει την ανωνυμία και η οποία από τη φύση της ή από στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο ή την ιδιότητα του συναλλασσομένου μπορεί να συνδεθεί με σχέδια διάπραξης των αδικημάτων του άρθρου 2 Ν. 3691/2008 και λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή αυτού του κινδύνου.
4. Στην διαδικασία οργάνωσης και σχεδιασμού κάθε νέου προϊόντος που εμπίπτει στην εφαρμογή της παρούσας απόφασης, θα λαμβάνεται η σύμφωνη γνώμη του υπεύθυνου συμμόρφωσης ή εξειδικευμένου σε θέματα αποφυγής νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, συμβούλου της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Άρθρο 10
Πολιτικώς Εκτεθειμένα Πρόσωπα
Όταν οι Εταιρίες προβαίνουν σε συναλλαγές ή συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα που διαμένουν σε τρίτη, εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, χώρα οφείλουν:
(α) να διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου για να καθορίζουν εάν ο πελάτης είναι πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο·
(β) να απαιτούν την έγκριση από ανώτερα διοικητικά στελέχη της Εταιρίας για τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων με τους πελάτες αυτούς·
(γ) να λαμβάνουν επαρκή μέτρα για να καθορίσουν την προέλευση των κεφαλαίων τα οποία αφορά η επιχειρηματική σχέση ή η συναλλαγή·
(δ) να διενεργούν αυξημένη και συνεχή παρακολούθηση της επιχειρηματικής σχέσης.
Άρθρο 11
Νομικά Πρόσωπα
1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο αρθρ. 6 παρ. 1 της παρούσης, όταν ο πελάτης είναι εταιρία με ανώνυμες μετοχές οι Εταιρίες τουλάχιστον:
(α) λαμβάνουν δήλωση κατά τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων και ιδίως κατά την κατάρτιση της σύμβασης παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών από τη διοίκηση τoυ νομικού προσώπου σχετικά με την ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων της εταιρίας πριν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης
(β) ενημερώνουν τη διοίκηση του νομικού προσώπου ότι υπέχει υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης, σε περίπτωση αλλαγής των ως άνω πραγματικών δικαιούχων και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, με συμπερίληψη κατάλληλων συμβατικών όρων, ώστε να διασφαλίζουν ότι τα νομικά πρόσωπα θα τηρούν την υποχρέωσή τους αυτή.
2. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο αρθρ. 6 παρ. 1 της παρούσας, όταν ο πελάτης είναι υπεράκτια εταιρία (offshore) οι Εταιρίες πέραν των μέτρων της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνουν κατά τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων και ιδίως κατά την κατάρτιση της σύμβασης παροχής ασφαλιστικών υπηρεσιών, δήλωση του πελάτη σχετικά με την σχέση που συνδέει τον πελάτη με τον πραγματικό δικαιούχο, σύμφωνα με το συνημμένο στην παρούσα Παράρτημα ΙΙ. Για τον καθορισμό των χωρών στις οποίες λειτουργούν υπεράκτιες εταιρίες λαμβάνεται υπόψη η απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών 1108437/2565/ΔΟΣ (ΦΕΚ Β. 1590/16.11.2005). Η Εταιρία εφαρμόζει τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας και ως προς τον πραγματικό δικαιούχο.
3. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο αρθρ. 6 παρ. 1 της παρούσας, όταν ο πελάτης είναι νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, οι Εταιρίες:
(α) βεβαιώνονται για τη νομιμότητα των καταστατικών σκοπών του πελάτη,
(β) διασφαλίζουν ότι η επιχειρηματική σχέση ή οι συναλλαγές εμπίπτουν στους καταστατικούς σκοπούς του πελάτη.

Άρθρο 12
Εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας από τρίτα μέρη
1. Οι Εταιρίες μπορούν να βασίζονται σε τρίτα μέρη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δέουσας επιμέλειας του άρθρου 4 ως προς τον πελάτη. Η τελική ευθύνη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δέουσας επιμέλειας βαρύνει σε κάθε περίπτωση τις ίδιες τις Εταιρίες που βασίζονται σε τρίτο μέρος. Τα πρόσωπα που στηρίζονται σε τρίτο μέρος πρέπει να διασφαλίζουν ότι το τρίτο μέρος, εάν του ζητηθεί:
α) έχει άμεσα διαθέσιμη κάθε πληροφορία που αποκτά, εφαρμόζοντας τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας για τον πελάτη, τυχόν τρίτο για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και τον πραγματικό δικαιούχο,
β) παρέχει άμεσα, κατόπιν αίτησης, κάθε αντίγραφο της πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας των ανωτέρω προσώπων που έχει αποκτήσει κατά την εφαρμογή των μέτρων συνήθους δέουσας επιμέλειας.
2. Ως «τρίτα μέρη» νοούνται:
α) τα πιστωτικά ιδρύματα,
β) οι εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων,
γ) οι ασφαλιστικές εταιρίες, μόνο ως προς τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές εφόσον εδρεύουν σε κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα που είναι μέλος της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (Financial Action Task ForceF.A.T.F.).
3. Οι Εταιρίες μπορούν να αναγνωρίζουν και να βασίζονται στο αποτέλεσμα των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με την παράγραφο 1, εφόσον τα τρίτα μέρη δεσμεύονται να θέτουν αμέσως στη διάθεση των Εταιριών τις πληροφορίες που έχουν συλλέξει σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 10 καθώς και τα αντίγραφα των δεδομένων εξακρίβωσης και ελέγχου της ταυτότητας του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου και άλλα συναφή έγγραφα.
  1. Εάν διακοπεί για οποιονδήποτε λόγο η επιχειρηματική σχέση του τρίτου μέρους με τον πελάτη, το υπόχρεο πρόσωπο προβαίνει σε επαλήθευση των στοιχείων της ταυτότητας του πελάτη και εφαρμόζει όλα τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας.
  2. Οι ασφαλιστικές εταιρίες υποχρεούνται να παρέχουν σε ασφαλιστικό διαμεσολαβητή ως τρίτα μέρη στοιχεία που αφορούν τα εδάφια α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 της παρούσης, τα οποία έχουν προμηθευτεί από τον ίδιο.
  3. Οι Εταιρίες οφείλουν να διαπιστώνουν εγγράφως με αιτιολογημένη έκθεση του αρμόδιου στελέχους τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού.
Άρθρο 13
Ύποπτες Συναλλαγές
1. Ως ύποπτη συναλλαγή νοείται εν γένει εκείνη που μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ασυμβίβαστη με τις γνωστές και νόμιμες εργασίες του πελάτη ή τις προσωπικές του δραστηριότητες ή με το συνηθισμένο κύκλο εργασιών του συγκεκριμένου ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
2. Οι Εταιρίες οφείλουν να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε ύποπτη συναλλαγή. Σε κάθε περίπτωση οι Εταιρίες εξετάζουν τις επιχειρηματικές σχέσεις και συναλλαγές με πελάτες που προέρχονται από χώρες που χαρακτηρίζονται από τη F.A.T.F. ως μη συνεργαζόμενες χώρες.
3. Τα αποτελέσματα της εξέτασης των ύποπτων συναλλαγών τηρούνται εγγράφως ή σε ηλεκτρονική μορφή με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 13. Οι σχετικές αναφορές των υπαλλήλων πρέπει να είναι αιτιολογημένες και καταχωρούνται σε ειδικό αρχείο και φέρουν ημερομηνία και την υπογραφή του υπαλλήλου.
4. Οι Εταιρίες αποφεύγουν τη διενέργεια συναλλαγών, την άσκηση δραστηριοτήτων ή την παροχή υπηρεσιών, για τις οποίες γνωρίζουν ή υποπτεύονται ότι συνδέονται με τα αδικήματα του άρθρου 2 Ν.3691/2008.
5. Αν όμως η αποφυγή της διενέργειας, της άσκησης ή της παροχής είναι αδύνατη ή ενδέχεται να εμποδίσει τη δίωξη των πελατών, των πραγματικών δικαιούχων ή των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενεργούν οι πελάτες, οι Εταιρίες εκτελούν τις συναλλαγές, ασκούν τις δραστηριότητες ή παρέχουν τις υπηρεσίες, ενημερώνοντας ταυτόχρονα την Εθνική Αρχή.
Άρθρο 14
Τήρηση Αρχείου
1. Οι Εταιρίες οφείλουν να τηρούν για πέντε τουλάχιστον χρόνια, εκτός αν επιβάλλεται από διάταξη νόμου η τήρησή τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τη λήξη των σχέσεών τους με τους πελάτες, όσον αφορά τις συμβάσεις, και από τη διενέργεια της τελευταίας συναλλαγής, όσον αφορά τις συναλλαγές, τα στοιχεία τα σχετικά με τις παραπάνω συμβάσεις και συναλλαγές όπως ενδεικτικά νομιμοποιητικά έγγραφα, φωτοαντίγραφα εγγράφων, με βάση τα οποία έγινε η πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη καθώς και παραστατικά συναλλαγών.
2. Στο πλαίσιο της συμμόρφωσής τους με την υποχρέωση της προηγούμενης παραγράφου οι Εταιρίες φυλάσσουν τουλάχιστον τα παρακάτω στοιχεία:
(α) την ταυτότητα του πελάτη, η οποία περιλαμβάνει ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, επάγγελμα, επαγγελματική διεύθυνση, ΑΦΜ και υπόδειγμα υπογραφής,
(β) τον αριθμό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου,
(γ) την ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων,
(δ) την ταυτότητα των προσώπων που είναι εξουσιοδοτημένα να ενεργούν για λογαριασμό του πελάτη,
(ε) τα στοιχεία για τις συναλλαγές που διεξάγονται,
(στ) τους συνδεδεμένους τραπεζικούς λογαριασμούς του πελάτη, εφόσον υπάρχουν,
(ζ) την προέλευση των κεφαλαίων,
(η) τον τρόπο με τον οποίο τα χρήματα έχουν κατατεθεί ή αναληφθεί, δηλαδή μετρητά, επιταγές, ηλεκτρονικά εμβάσματα κτλ.,
(θ) τον προορισμό των χρημάτων,
(ι) τη φύση των οδηγιών που έχουν δοθεί από τον πελάτη.
(κ) τα στοιχεία εσωτερικής και εξωτερικής αλληλογραφίας που σχετίζονται με τα παραπάνω
3. Οι Εταιρίες διαθέτουν πληροφοριακά συστήματα ή διαδικασίες που να τους δίνουν τη δυνατότητα να μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως και ταχέως σε ερώτημα της Εθνικής Αρχής, ως προς το εάν διατηρούν ή είχαν διατηρήσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών επιχειρηματική σχέση με συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα καθώς και ως προς το είδος αυτής της επιχειρηματικής σχέσης.
4. Η τήρηση των στοιχείων και αρχείων μπορεί να γίνεται και σε ηλεκτρονική μορφή, υπό την προϋπόθεση ότι τα σχετικά πληροφοριακά συστήματα πληρούν όρους ελεγχόμενης πρόσβασης, χρήσης κωδικού ταυτοποίησης χρήστη (user ID) και ημερομηνίας.
Άρθρο 15
Φύλαξη αρχείων και στοιχείων από θυγατρικές και υποκαταστήματα σε άλλες χώρες
1. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να εφαρμόζουν στις θυγατρικές τους εταιρίες, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 4 ν. 3691/2008 και στα υποκαταστήματά τους σε άλλο κράτος, μέτρα τουλάχιστον ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 13 όσον αφορά στη φύλαξη αρχείων και στοιχείων. Όταν η νομοθεσία τρίτου κράτους, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπει την εφαρμογή αυτών των μέτρων, πλήρως ή μερικώς, τα ανωτέρω πρόσωπα ενημερώνουν σχετικά την Εθνική Αρχή, τις αρμόδιες αρχές και την Κεντρική Συντονιστική Αρχή.
2. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η νομοθεσία τρίτου κράτους, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπει την εφαρμογή των μέτρων που απαιτούνται κατά το άρθρο 13, να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα ώστε να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τον κίνδυνο για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
Άρθρο 16
Υπεύθυνος Συμμόρφωσης
1. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έχει την ευθύνη γενικής παρακολούθησης της συμμόρφωσης της Εταιρίας με τις υποχρεώσεις της για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
2. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης έχει τουλάχιστον τα παρακάτω καθήκοντα:
(α) Λαμβάνει από υπαλλήλους της Εταιρίας αναφορές με πληροφορίες οι οποίες δημιουργούν την πεποίθηση ή υποψία για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως ενδεικτικά αναφορές για ύποπτες συναλλαγές. Οι αναφορές των υπαλλήλων καταχωρούνται σε ειδικό αρχείο και φέρουν ημερομηνία και υπογραφή του υπαλλήλου.
β) Αξιολογεί και εξετάζει τις πληροφορίες με αναφορά σε άλλες διαθέσιμες πηγές. Η αξιολόγηση των πληροφοριών που περιέχονται στις αναφορές που υποβάλλονται στον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας πρέπει να γίνεται σε ιδιαίτερο έντυπο, το οποίο πρέπει επίσης να αρχειοθετείται στο σχετικό φάκελο. Εάν από την αξιολόγηση αποφασίσει να αναφέρει τις πληροφορίες στην Εθνική Αρχή, τότε πρέπει να ετοιμάσει αναφορά η οποία πρέπει να υποβληθεί στην Εθνική Αρχή το συντομότερο δυνατό. Εάν ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης αποφασίσει να μην προβεί σε αναφορά στην Εθνική Αρχή, τότε πρέπει να αιτιολογήσει, στο σχετικό φάκελο, πλήρως τους λόγους για αυτήν την απόφαση.
(γ) Ενεργεί ως το πρώτο σημείο επαφής με την Εθνική Αρχή τόσο κατά την έναρξη όσο και καθ' όλη τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης που εξετάζεται μετά την υποβολή της γραπτής αναφοράς, ανταποκρίνεται σε όλα τα ερωτήματα και τις ζητούμενες διευκρινήσεις της Εθνικής Αρχής και αποφασίζει κατά πόσον τα ερωτήματα/ διευκρινίσεις σχετίζονται άμεσα με την αναφορά που έχει υποβάλει οπότε και παρέχει όλες τις ζητούμενες πληροφορίες και συνεργάζεται πλήρως με την Εθνική Αρχή.
3. Κάθε χρηματοπιστωτικός όμιλος ορίζει ένα διευθυντικό στέλεχος, από τη μεγαλύτερη εταιρία του ομίλου, ως συντονιστή για την εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων του παρόντος νόμου από τις επί μέρους εταιρίες του ομίλου. Προς τούτο το στέλεχος αυτό συνεργάζεται και ανταλλάσσει πληροφορίες με τα διευθυντικά στελέχη των επί μέρους εταριών του ομίλου που ορίζονται στην παράγραφο 1, λαμβάνει γνώση των τυχόν αναφορών τους προς την Επιτροπή και δύναται να υποβάλει αναφορές σε αυτήν και ο ίδιος, παρέχοντας στοιχεία από όλες τις εταιρίες του ομίλου. Με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών που εποπτεύουν τη μεγαλύτερη εταιρία κάθε ομίλου δύναται να προσδιορίζονται διαδικασίες και υποχρεώσεις που πρέπει να τηρούν οι όμιλοι και οι εταιρίες κάθε ομίλου.
Άρθρο 17
Εφαρμογή διαδικασιών και συστημάτων
1. Οι Εταιρίες θεσπίζουν επαρκείς και κατάλληλες διαδικασίες ώστε να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Οι διαδικασίες θα πρέπει να επιτρέπουν στις Εταιρίες να μπορούν να ανταποκρίνονται πλήρως και ταχέως σε αίτημα ή ερώτημα της Εθνικής Αρχής, της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ή άλλων αρμοδίων δημόσιων αρχών, ως προς το εάν διατηρούν ή είχαν διατηρήσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών επιχειρηματική σχέση με συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για το είδος αυτής της επιχειρηματικής σχέσης και για κάθε σχετική συναλλαγή.
2. Οι διαδικασίες αφορούν τουλάχιστον:
(α) τη δέουσα επιμέλεια ως προς πελάτες,
(β) την αναφορά ύποπτων συναλλαγών,
(γ) τη φύλαξη αρχείων,
(δ) τον εσωτερικό έλεγχο,
(ε) την αξιολόγηση κινδύνου πελατών, επιχειρηματικών σχέσεων και συναλλαγών
(στ) τη διαχείριση της συμμόρφωσης, και
(ζ) την κατανομή καθηκόντων και ευθυνών.
3. Τα πληροφοριακά συστήματα των εταιριών, θα πρέπει να έχουν την δυνατότητα να επεξεργάζονται και να παρέχουν πληροφορίες, τουλάχιστον για τα παρακάτω στοιχεία:
α) περιπτώσεις που η συμπεριφορά του πελάτη εμφανίζει πολλαπλότητα συναλλαγών ή γίνεται προσπάθεια κατάτμησης ποσών,
β) πίνακας πελατών και συμβολαίων που εμπίπτουν στα όρια δέουσας και αυξημένης επιμέλειας,
γ) εξαγορά συμβολαίων που έχουν συναφθεί σε διαφορετικό κατάστημα
δ) εξαγορά με ζημιά
ε) κατηγοριοποίηση πελατών ανά βαθμό κινδύνου κατά το άρθρο 4 της παρούσης
ζ) εξαγωγή ειδοποιήσεων σε περίπτωση ύποπτων συναλλαγών
Οι Εταιρίες οφείλουν να εφαρμόζουν στις θυγατρικές τους εταιρίες, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 4 ν. 3691/2008 και στα υποκαταστήματά τους σε άλλο κράτος, μέτρα τουλάχιστον ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 4 της παρούσης όσον αφορά στη φύλαξη αρχείων και στοιχείων. Όταν η νομοθεσία τρίτου κράτους, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπει την εφαρμογή αυτών των μέτρων, πλήρως ή μερικώς, τα ανωτέρω πρόσωπα ενημερώνουν σχετικά την Εθνική Αρχή, τις αρμόδιες αρχές και την Κεντρική Συντονιστική Αρχή.
4. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η νομοθεσία τρίτου κράτους, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν επιτρέπει την εφαρμογή των μέτρων που απαιτούνται κατά το άρθρο 4, να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα ώστε να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τον κίνδυνο για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
5. Οι εξωτερικοί ελεγκτές της Εταιρίας υποβάλλουν κάθε δύο χρόνια έκθεση η οποία αξιολογεί την επάρκεια και αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του συστήματος πρόληψης των διαδικασιών για την αποτροπή νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η πρώτη έκθεση θα συνταχθεί στις 31/03/2010. Αντίγραφο της έκθεσης υποβάλλεται στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης.
6. Από την υποχρέωση κατάρτισης εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων εξαιρούνται οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές του αρθρ. 2 παρ. 5 Π.Δ. 190/2006, οι οποίοι:
(α) Εμφανίζουν ετήσια παραγωγή κάτω των € 60.000,- ή
(β) Εμφανίζουν ετήσια παραγωγή άνω των € 60.000,- αλλά συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. β του αρ. 6 της παρούσας.
Άρθρο 18
Παροχή Πληροφοριών
1. Οι Εταιρίες υποβάλλουν στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης:
(α) Το ονοματεπώνυμο, τη θέση και τα στοιχεία της πράξης διορισμού του αρμόδιου διευθυντικού στελέχους ως Υπεύθυνου Συμμόρφωσης και του αναπληρωτή του, που έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 44 ν.3691/2008.
(β) Αντίγραφο των εσωτερικών διαδικασιών ελέγχου και επικοινωνίας που έχουν θεσπίσει εγγράφως για να προλαμβάνουν και εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
2. Σε περίπτωση μεταβολής του Υπεύθυνου Συμμόρφωσης ή σε περίπτωση σημαντικών μεταβολών στις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας, υποχρεούνται να γνωστοποιούν στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης εγγράφως τις μεταβολές αυτές εντός 10 εργασίμων ημερών, αφότου τίθενται σε ισχύ.
3. Οι Εταιρίες υποβάλλουν στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης εντός του μηνός Μαρτίου κάθε ημερολογιακού έτους Ετήσια Έκθεση, που θα περιλαμβάνει τις πιο κάτω πληροφορίες:
(α) Συνοπτικές πληροφορίες για τα σημαντικά μέτρα που λήφθηκαν, και διαδικασίες που υιοθετήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους.
(β) Τους ελέγχους που διενεργήθηκαν για την αξιολόγηση της επάρκειας των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας κατά τον προσδιορισμό της ταυτότητας των πελατών, καθώς και το πεδίο αυτών των ελέγχων (διαδικασίες, συναλλαγές, βαθμός κατάρτισης υπαλλήλων κ.λπ.).
(γ) Τις τυχόν σημαντικές ελλείψεις και αδυναμίες που έχουν εντοπιστεί, ιδίως στις διαδικασίες εσωτερικής αναφοράς ύποπτων και ασυνηθών συναλλαγών ή συναλλαγών χωρίς προφανή οικονομικό ή νόμιμο σκοπό, στην ποιότητα των αναφορών και στην έγκαιρη διεκπεραίωση τους, καθώς και τις ενέργειες και εισηγήσεις που έχουν γίνει για λήψη διορθωτικών μέτρων.
(δ) Τον αριθμό και το περιεχόμενο των αναφορών ύποπτων και ασυνηθών συναλλαγών που υποβλήθηκαν από υπαλλήλους της Εταιρίας προς τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης, καθώς και τον κατά προσέγγιση χρόνο που μεσολαβεί από την συναλλαγή μέχρι την αποστολή της αναφοράς στον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης.
(ε) Τον αριθμό και το περιεχόμενο των αναφορών ύποπτων και ασυνηθών συναλλαγών που υποβλήθηκαν από τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης στην Εθνική Αρχή, καθώς και τον κατά προσέγγιση χρόνο που μεσολαβεί από τη λήψη της αναφοράς από τους υπαλλήλους της Εταιρίας μέχρι την αποστολή της στην Εθνική Αρχή.
(στ) Τα εκπαιδευτικά σεμινάρια που παρακολούθησε ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης και το περιεχόμενο τους.
(ζ) Πληροφορίες αναφορικά με την εκπαίδευση και επιμόρφωση που έγινε στο προσωπικό κατά τη διάρκεια του έτους, αναφέροντας τον αριθμό και μία περιγραφή της ύλης των σεμιναρίων που παρακολουθήθηκαν, τη διάρκεια τους, τον αριθμό και τη θέση των υπαλλήλων που συμμετείχαν.
Από την υποχρέωση υποβολής Ετήσιας Έκθεσης εξαιρούνται οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές του αρθρ. 2 παρ. 5 Π.Δ. 190/2006, εφόσον γι’αυτούς συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 5 άρθρου 17 της παρούσης, εφόσον δεν έχουν υποβάλλει αναφορά ύποπτων και ασυνήθων συναλλαγών προς την Εθνική Αρχή.
4. Πέραν της υποχρέωσης που προβλέπεται από το Άρθρο 41 ν. 3691/2008, οι Εταιρίες θα πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης για την περίπτωση που οι θυγατρικές εταιρίες και τα υποκαταστήματά τους στο εξωτερικό απαγορεύεται πλήρως ή μερικώς από τη σχετική αλλοδαπή νομοθεσία να εφαρμόσουν τις πολιτικές, διαδικασίες και ελέγχους του ομίλου για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Άρθρο 19
Εκπαίδευση Προσωπικού
Οι Εταιρίες λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι υπάλληλοί τους να λάβουν γνώση της ισχύουσας νομοθεσίας, των κανονιστικών αποφάσεων και εγκυκλίων καθώς και των εσωτερικών διαδικασιών. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή των αρμοδίων υπαλλήλων σε ειδικά προγράμματα συνεχούς κατάρτισης και επιμόρφωσης, τα οποία τους εκπαιδεύουν επαρκώς ώστε να εντοπίζουν τις δραστηριότητες που τυχόν συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και τους διδάσκουν να ενεργούν σωστά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Άρθρο 20
Κριτήρια Επιμέτρησης Προστίμων
1. Προκειμένου να γίνει επιμέτρηση των Διοικητικών Κυρώσεων που προβλέπονται από το αρ. 52 ν. 3691/2008, λαμβάνονται υπόψη τα εξής:
(α) το τυχόν επιτευχθέν οικονομικό όφελος,
(β) ο κίνδυνος που ενέχει η εξεταζόμενη παράβαση των διατάξεων για την αποφυγή νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας
(γ) η αξία των παράνομων συναλλαγών που διενεργήθηκαν και ο βαθμός συμμετοχής της Εταιρίας σε αυτές
(δ) ο βαθμός συνεργασίας των Εταιριών με τις αρμόδιες αρχές και ιδιαίτερα με την Επιτροπή Εποπτείας ιδιωτικής ασφάλισης τόσο κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου των παραβάσεων, όσο και προγενέστερα
(ε) η προηγούμενη επιμέλεια που έδειξε η Εταιρία κατά την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων
(στ) η τυχόν καθ’ υποτροπή τέλεση παραβάσεων
(ζ) η τυχόν επιβολή κυρώσεων από άλλα αρμόδια όργανα και αρχές για παραπτώματα των αρ. 2 και 3 ν. 3691/2008
2. Αντίστροφα, λαμβάνονται υπόψη παράγοντες που μειώνουν την επικινδυνότητα της παράβασης και επομένως, το ύψος των Διοικητικών Κυρώσεων, όπως ενδεικτικά η πρόθεση επανόρθωσης της παράβασης και παράλειψής της στο μέλλον.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
Αποδεκτά έγγραφα για την πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη θεωρούνται το δελτίο αστυνομικής ή στρατιωτικής ταυτότητας και το διαβατήριο.
Τα στοιχεία και τα έγγραφα που απαιτούνται περιλαμβάνουν τα εξής:


-->
Φυσικά Πρόσωπα
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
- Ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο
- Αριθμός δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου και εκδούσα αρχή
- Υπόδειγμα υπογραφής πελάτη
- Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας
- Διαβατήριο σε ισχύ
- Ταυτότητα υπηρετούντων στα Σώματα Ασφαλείας και στις Ένοπλες Δυνάμεις
- Παρούσα διεύθυνση κατοικίας
- Πρόσφατος λογαριασμός Οργανισμού Κοινής Ωφελείας
- Μισθωτήριο Συμβόλαιο που έχει κατατεθεί
σε Οικονομική Εφορία
- Οποιοδήποτε έγγραφο Οικονομικής Εφορίας βεβαιώνει τον Α.Φ.Μ.
- Ισχύουσα άδεια διαμονής ή παραμονής
- Ασκούμενο επάγγελμα και παρούσα Επαγγελματική διεύθυνση
- Βεβαίωση του εργοδότη
- Οποιοδήποτε έγγραφο Οικονομικής Εφορίας βεβαιώνει τον Α.Φ.Μ.
- Αντίγραφο τελευταίας μισθοδοσίας
- Δήλωση έναρξης επιτηδεύματος
- Επαγγελματική ταυτότητα
- Παραστατικό Ασφαλιστικού Φορέα
- Αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ)
- Οποιοδήποτε έγγραφο Οικονομικής Εφορίας βεβαιώνει τον Α.Φ.Μ.



















Νομικά Πρόσωπα
Α
Ανώνυμες εταιρίες και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης:
Υποβολή του Φύλλου Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) του Τεύχους Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης όπου έχει δημοσιευθεί περίληψη του καταστατικού της Α.Ε. ή της Ε.Π.Ε., το οποίο περιέχει εκτός των άλλων:
* την επωνυμία, την έδρα, τον σκοπό, τον αριθμό των μελών του διοικητικού συμβουλίου και τα ονόματα των διαχειριστών της Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.),
* τον τρόπο εκπροσώπησης της εταιρίας,
* τον αριθμό και χρονολογία της απόφασης της αρχής που ενέκρινε τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας ή τον αριθμό της πράξης καταχώρισης του άρθρου 8, παραγρ. 1 του Ν. 3190/1955 «περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης»,
* τα Φ.Ε.Κ. με τις τυχόν τροποποιήσεις του καταστατικού που αφορούν τα παραπάνω,
* τα στοιχεία ταυτότητας των νομίμων εκπροσώπων και όλων των ατόμων που είναι εξουσιοδοτημένα να χειρίζονται το λογαριασμό της εταιρίας.
Β
Προσωπικές εταιρίες:
• Υποβολή επικυρωμένου αντιγράφου του αρχικού εταιρικού συμφώνου που έχει κατατεθεί στο πρωτοδικείο καθώς και τυχόν τροποποιήσεων του.
• υποβολή των στοιχείων ταυτότητας των νομίμων εκπροσώπων και όλων των προσώπων που είναι εξουσιοδοτημένα να χειρίζονται το λογαριασμό της εταιρίας.
Γ
Λοιπά Νομικά Πρόσωπα:
• υποβολή των προβλεπόμενων νομιμοποιητικών εγγράφων επικυρωμένων από Δημόσια Αρχή,
• υποβολή των στοιχείων ταυτότητας των νομίμων εκπροσώπων και όλων των προσώπων που είναι εξουσιοδοτημένα να χειρίζονται το λογαριασμό της εταιρίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ
Ο κάτωθι υπογράφων, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος, της εταιρίας ............................................................................................................................................................ (Η Εταιρία)
δηλώνω με την παρούσα (σημειώσατε με Χ) ότι:
είμαι ο πραγματικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας
ο πραγματικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας είναι:
Ονοματεπώνυμο: ..........................................................................................................................
Διεύθυνση: ............................................................................................................................
............................................................................................................................
............................................................................................................................
Στοιχεία Ταυτότητος / Διαβατηρίου: ...........................................................................................
Ο κάτωθι υπογράφων αναλαμβάνω την υποχρέωση να ενημερώνω την ……….. Ασφαλιστική Εταιρία / Εταιρία Ασφαλιστικής Διαμεσολάβησης αμελλητί για κάθε αλλαγή του πραγματικού δικαιούχου ή των στοιχείων του.
Ημερομηνία: ............................................................................................................................
Ονοματεπώνυμο: ..........................................................................................................................
Υπογραφή: ............................................................................................................................

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΤΥΠΟΛΟΓΙΑ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ, XΩΡΕΣ ΜΕΛΗ ΤΗΣ FATF ΚΑΙ ΜΗ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ.

Οι Εταιρίες οφείλουν να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή κάθε συναλλαγή. Σε κάθε περίπτωση οι Εταιρίες εξετάζουν τις επιχειρηματικές σχέσεις και συναλλαγές με πελάτες που προέρχονται από χώρες που χαρακτηρίζονται από τη Financial Action Task Force (F.A.T.F.) ως μη συνεργαζόμενες χώρες.



Α. Παρατίθενται ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα συναλλαγών ή συμπεριφορών, η εξέταση των οποίων ενεργοποιεί μέτρα αυξημένης επιμέλειας.


Ι. Ενδείξεις συγκεκριμένων συναλλαγών που απαιτούν αυξημένη δέουσα επιμέλεια:

1. Πελάτης, με τον οποίο πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός αρνήθηκε να συμβληθεί.
2. Πελάτης, ο οποίος έχει οιαδήποτε ανάμιξη σε περιπτώσεις ασφαλιστικής απάτης.
3. Αδικαιολόγητη καθυστέρηση του πελάτη, ή του πληρεξουσίου του, να προσκομίσει τα νομιμοποιητικά και λοιπά έγγραφα που είναι απαραίτητα για την έναρξη της ασφαλιστικής σχέσης, ή γενικότερα απροθυμία του να παράσχει πληροφορίες σχετικά µε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.
4. Φήμες και ειδήσεις που αφορούν στον πελάτη ή συνδεδεμένα µε αυτόν πρόσωπα και τον συνδέουν µε εγκληματικές και ποινικά κολάσιμες δραστηριότητες. Οι Εταιρίες έχουν υποχρέωση άμεσης καταγγελίας όταν υπάρχουν δημοσιεύματα στον Τύπο σχετικά µε εγκληματικές δραστηριότητες του πελάτη τους.
5. Ασφάλιση στο όνομα πελάτη, φυσικού προσώπου, του οποίου η κατοικία ή ο τόπος εργασίας, ή νομικού προσώπου του οποίου η έδρα δεν είναι στην περιοχή που εξυπηρετείται από την Εταιρία ή το συγκεκριμένο υποκατάστημα.
6. Πελάτης αρνείται να δώσει επαρκείς πληροφορίες για την ταυτότητα του, γεγονός που υπό κανονικές συνθήκες θα του εξασφάλιζε πιστώσεις, μειωμένες προμήθειες ή άλλες διευκολύνσεις.
7. Πελάτης αρνείται να δηλώσει τραπεζικό λογαριασμό πίστωσης του ποσού εξαγοράς ή του ασφαλίσματος
8. Πελάτης που έχει επαγγελματικές σχέσεις ή προέρχεται ή εδρεύει ή έχει τραπεζικό λογαριασμό σε χώρες παραγωγής ή διακίνησης ναρκωτικών.
9. Παροχή στοιχείων από τον πελάτη τα οποία δύσκολα μπορούν να επαληθευτούν από την Εταιρία.
10. Κίνηση λογαριασμών µε μεγάλα ποσά που τηρούνται στο όνομα υπερακτίων εταιριών (offshore companies).
11. Ασφάλιση για λογαριασμό τρίτου ή αλλαγή δικαιούχου προκειμένου να ασφαλισθεί τρίτος, με τον οποίο ο λήπτης της ασφάλισης δεν έχει προφανή σύνδεση (συγγένεια, συζυγική σχέση, ελεύθερη ένωση και συγκατοίκηση).
12. Ασφάλιση «για λογαριασμό όποιου ανήκει».
13. Ασυνήθιστα δυσμενείς ή ψευδείς ασφαλιστικές ανακοινώσεις αφορώσες την υγεία ή την ηλικία του ιδίου ή πιθανού τρίτου ασφαλιζομένου.
14. Ασυνήθιστη προ-πληρωμή ασφαλίστρων.
15. Σαφή προτίμηση καταβολής ασφαλίστρων με μετρητά ή επιταγές ακόμη και για ποσά άνω των 15.000 Ευρώ ή για ποσά περιοδικά και σε σύντομα χρονικά διαστήματα, ήτοι σε διαστήματα μικρότερα του εξαμήνου, καταβαλλόμενα.
16. Υψηλά ασφάλιστρα, που δεν δικαιολογούνται από τη δεδομένη οικονομική κατάσταση του πελάτη.
17. Αίτημα για ασφάλιση μεγάλου ποσού (εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλισμα) από πελάτη, που έχει χαρτοφυλάκιο ασφαλίσεων μικρής αξίας
18. Απόπειρα καταβολής ασφαλίστρων με τίτλο οπισθογραφηθέντα ή στον κομιστή εκδοθέντα (επιταγή, συναλλαγματική, χρεωστικός ή ιδιοκτησιακός ανώνυμος τίτλος, όπως μετοχή, ομολογία κ.λ.π.)
19. Όταν δεν αναγράφεται το όνομα του πελάτη στην περιγραφή της κατάθεσης ενός χρηματικού ποσού στην τράπεζα για πληρωμή του ασφαλίστρου.
20. Αίτηση για χορήγηση δανείου σε χρόνο κοντινό από τη σύμβαση ασφάλισης με ασφάλιστρο εφάπαξ καταβαλλόμενο.
21. Αναγγελία ότι έλαβε χώρα συμβατική εκχώρηση ή ότι ενεχυράσθηκε η ασφαλιστική απαίτηση, πριν ή και μετά την επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης (Συναλλαγή ύποπτη για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας).
22. Αίτημα του πελάτη για καταβολή ασφαλίσματος ή ποσού εξαγοράς με επιταγή, εκτός από δίγραμμη (Συναλλαγή ύποπτη για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας).
23. Πρόωρη εξαγορά, ιδίως με πραγματοποιούμενη ζημία ή σε περίπτωση ασφάλισης μεγάλης αξίας, όταν το ποσό εξαγοράς εκχωρείται σε τρίτο μέρος ή καταβάλλεται με επιταγή, κατόπιν αιτήματος του δικαιούχου του (Συναλλαγή ύποπτη για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας).
24. Μη επίδειξη ευλόγου ενδιαφέροντος από τον πελάτη για τους οικονομικούς όρους της συναλλαγής. Ιδιαίτερα, πελάτης επιδεικνύει λιγότερο ενδιαφέρον για την απόδοση του ασφαλιστικού προϊόντος, ιδιαίτερα εκείνου που συνδέεται με επενδύσεις, και περισσότερη για την εξαγορασιμότητα ή τις εν γένει συνθήκες εξαγοράς του.
25. Ενεργοποίηση αδρανούς για μεγάλο διάστημα πελάτη
26. Σημαντική και αιφνίδια αύξηση συναλλαγών σε σχέση µε την παρελθούσα συμπεριφορά του πελάτη.
27. Ασυνήθης νευρικότητα στη συμπεριφορά προσώπων κατά τη διεξαγωγή συναλλαγής.
28. Άρνηση του πελάτη να έχει προσωπικές επαφές με την Εταιρία.
29. Επαναλαμβανόμενες όμοιες συναλλαγές για ποσά λίγο κάτω από το ελάχιστο όριο, για το οποίο απαιτείται αναγνώριση ταυτότητας του πελάτη, ιδιαίτερα πληρωμή ασφαλίστρων μέσω καταθέσεων από πολλά τραπεζικά υποκαταστήματα με ποσά λίγο κάτω από το ελάχιστο όριο, για το οποίο απαιτείται αναγνώριση ταυτότητας.
30. Συχνή αλλαγή διεύθυνσης του πελάτη όταν δεν δικαιολογείται από την επαγγελματική του δραστηριότητα.
31. Περιπτώσεις πελατών των οποίων το βιοτικό επίπεδο αλλάζει συνεχώς καθώς και η εμφάνισή τους.
32. Συνεργασία του πελάτη με μεγάλο αριθμό ασφαλιστικών εταριών .
33. Το τηλέφωνο του σπιτιού ή της επιχείρησης του πελάτη είναι απενεργοποιημένο.
34. Η ύπαρξη υπόνοιας ή η διαπίστωση ίδρυσης εικονικών επιχειρήσεων από τον πελάτη.
35. Η διενέργεια πολύπλοκων ή ασυνήθιστων συναλλαγών χωρίς προφανή οικονομικό ή σαφή νόμιμο λόγο.

ΙΙ. Ενδείξεις συμπεριφοράς υπαλλήλου ή συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, που απαιτούν αυξημένη δέουσα επιμέλεια.
1. Ο υπάλληλος ή ο διαμεσολαβητής κάνει σπάταλο τρόπο ζωής που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το μισθό ή τα έσοδά του.
2. Ο υπάλληλος ή διαμεσολαβητής παραλείπει να συμμορφωθεί με αναγνωρισμένες πολιτικές, διαδικασίες και μεθόδους.
Τα πιο πάνω παραδείγματα υπό Ι και ΙΙ είναι ενδεικτικά και δεν αποτελούν απαραίτητα ενέργειες νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αλλά μπορεί να αποκρύβουν σημαντικό κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων και χρηματοδότησης τρομοκρατίας. Οι Εταιρίες θα πρέπει να ενεργοποιούν την προβλεπόμενη στις σχετικές διατάξεις διαδικασία.
Σε κάθε περίπτωση οι Εταιρίες πρέπει να επιδεικνύουν αυξημένη επιμέλεια στην έρευνα και αξιολόγηση της φύσης και της νομιμότητας όλων των ύποπτων συναλλαγών.

Β. ΧΩΡΕΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕΛΗ ΤΗΣ FATF
Αργεντινή Ηνωμένο Βασίλειο Κίνα
Αυστραλία Η.Π.Α. Νορβηγία
Αυστρία Ιαπωνία Νότιος Αφρική
Βέλγιο Ιρλανδία Ολλανδία
Βραζιλία Ισλανδία Πορτογαλία
Γαλλία Ισπανία Ρωσική Ομοσπονδία
Γερμανία Ιταλία Σιγκαπούρη
Δανία Καναδάς Σουηδία
Ελβετία Λουξεμβούργο Τουρκία
Ελλάς Μεξικό Φινλανδία
Νέα Ζηλανδία Χονγκ-Κονγκ
Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EC)
Συμβούλιο Συνεργασίας του Περσικού Κόλπου (GCC)